Victoria: Ένας ομιχλώδης κόσμος, μια εμβύθιση, ένα συνεχές πλάνο

Παρασκευή, 4 Μάρτιος, 2016 15:14 μμ
Η Victoria βρίσκεται στο Βερολίνο για διακοπές και μέσα σε ένα βράδυ αλλάζει όλο της το είναι. Μια ταινία γυρισμένη σε ένα βράδυ, με ένα πλάνο.
Από τον Στέργιο Πουλερέ
Victoria: Ένας ομιχλώδης κόσμος, μια εμβύθιση, ένα συνεχές πλάνο

Όταν πηγαίνεις ένα ταξίδι στο εξωτερικό και μετά γυρίζεις στα πάτρια εδάφη το πρώτο πράγμα που κάνεις είναι να δεις τα βίντεο που τράβηξες και να τα δείξεις στους φίλους σου. Κάπως έτσι μοιάζει και η ταινία του Sebastian Schipper «Victoria», η οποία γυρίστηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε να έχεις την εντύπωση ότι βλέπεις το βίντεο που σου έστειλε η πρωταγωνίστρια Laia Costa από τις διακοπές της στο Βερολίνο.

Η Victoria είναι μια 22χρονη που βρίσκεται στο Βερολίνο για ένα τρίμηνο πρόγραμμα δουλειάς, σαν διακοπές επί πληρωμή, και εννοείται πως θέλει να ζήσει τη νυχτερινή ζωή ως το τέρμα. Μια νυχτερινή ζωή που δεν θυμίζει την αυστηρότητα του βορρά, αλλά την απελευθέρωση, την διονυσιακή αποδέσμευση της ψυχής όπως συμβαίνει στο νότο.

Η πρώτη σκηνή δείχνει την Victoria να βρίσκεται σε ένα κλαμπ με ψυχεδελική μουσική και να αφήνεται στον ρυθμό λες και τα άκρα της έχουν ξελασκάρει, λες και όλο της το σώμα κουνιέται όχι ως σύνολο, αλλά κάθε σημείο του με τον δικό του τρόπο. Το σκοτάδι σκίζεται από τις λεπτές και διεμβολιστικές ακτίνες του φωτός και τρυπάει ταυτόχρονα τα τείχη της ελεγχόμενης αντίληψης της Victoria. Η πορεία που θα ακολουθήσει έχει την πηγή της σε αυτό το σημείο.

Η Victoria, αφού έχει περάσει αρκετές ώρες εκεί, φεύγει για να πάει στο καφέ που δουλεύει και να ξεκινήσει την βάρδια της. Στον δρόμο θα συναντήσει αυτόν που θα την κάνει να παρατήσει ολοκληρωτικά τον εαυτό της. Ο Sonne, μια γερμανική απομίμηση του Marlon Brando, και η αγέλη του, ο Boxer, ο Blinker και ο Fuss, πιάνουν κουβέντα με την Victoria, η οποία γοητεύεται με σφοδρότητα τον Sonne και χωρίς να προλάβει να στοιχειοθετήσει το συναίσθημα της, χωρίς να προλάβει να το μετρήσει.

Όλοι τους θα καταλήξουν σε μια ταράτσα να ξεναγούν τη Victoria στη θέα του Βερολίνου, θα πιουν πολύ και πλέον θα έχουν μια εντελώς διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων. Τα εμπόδια της ηθικής και της κοινωνικής υπακοής πέφτουν και δεν υπάρχει τίποτα να τους χωρίζει από την παρανομία, από το να κάνουν μια από εκείνες τις πράξεις που δύσκολα καταφέρνεις να ξεφύγεις σωματικά και σίγουρα δεν ξεφεύγεις πνευματικά.

Ο Sonne και η παρέα του συναντώνται με έναν γκάνγκστερ, ο οποίος τους ζητάει να του ανταποδώσουν τη χάρη που χρωστάνε ληστεύοντας μιας τράπεζα. Η Victoria είναι παρούσα σε αυτή τη συνομιλία και εμπλέκεται στο σχέδιο, δίχως να την ρωτήσουν, αλλά και να την ρωτούσαν η κατάσταση της δεν θα την καθοδηγούσε να πει Όχι ή να μην πάει καν στο ραντεβού. Το τέλος θα την βρει συνδεδεμένη άρρηκτα με ανθρώπους που τους γνώρισε σε ένα βράδυ. Μια από τις γνωριμίες που σε στιγματίζουν πριν καν απλώσεις το χέρι σου να συστηθείς. Συμβαίνει σπάνια στους ανθρώπους, αλλά συμβαίνει σε πολλούς, τουλάχιστον μία φορά.

Το Victoria είναι μια ταινία ακραιφνώς κινηματογραφική, καθαρά για τον κινηματογράφο. Θυμίζει το Birdman, το Rope του Hitchkok, το Russian Ark του Sokurov και εν γένει τις λίγες εκείνες ταινίες που ξεχειλίζουν από αγάπη για την τέχνη. Ο Sebastian Schipper, αφού συμμετείχε σε μια αντίστοιχη σκηνοθετικά ταινία, το Run Lola Run, γυρίζει μια ταινία μέσα σε ένα βράδυ, σε λιγότερο από 3 ώρες, με ένα μόνο πλάνο. Συνεχές και αδιάσπαστο. Καμία κλακέτα, κανένα stop, κανένα cut. Μία ρέουσα λήψη.

Επιπλέον, μαζί με τον Eike Schulz και την Olivia Neergaard-Holm δίνουν στους ηθοποιούς μόνο ερεθίσματα κι όχι ολοκληρωμένο μονοπάτι. Δηλαδή γράφουν ένα σενάριο 12 σελίδων και τους αφήνουν να αυτοσχεδιάσουν, να λειτουργήσουν με το ένστικτο, όπως ακριβώς το αντιλαμβάνεται και ο θεατής για τις δράσεις και αντιδράσεις των ρόλων. Για να καταφέρει να το βγάλει όλο one take σχεδίασε έναν χάρτη στον οποίο θα κινηθεί, ώστε κάθε μέρος που βρίσκονται να απέχει από το άλλο «ποδομετρική απόσταση» ή να χρειάζεται μια μικρή διαδρομή με ταξί.

Αυτή η προεργασία δίνει αρμονία και φυσική συνέχεια στην περιπλάνηση της Victoria, μια περιπλάνηση που γίνεται πρώτα με το κεφάλι και μετά με ολόκληρο το σώμα. Το κεφάλι της περιπλανιέται στην σαγήνη της ψυχεδελικής μελωδίας, το κεφάλι της κουνιέται στους νυχτερινούς και άδειους δρόμους του Βερολίνου, το κεφάλι της πλανιέται στην μορφή του Sonne, το κεφάλι της τραντάζεται στη δίνη του κινδύνου και του κυνηγητού της αστυνομίας. Μέσα σε μια νύχτα περνάει 3-4 στάδια στην σχέση της με τον Sonne και η σκηνή που τον έχει τραυματισμένο στην αγκαλιά της με τα μάτια της να αυτονομούνται και να δακρύζουν, δεν θυμίζει ανθρώπους που γνωρίστηκαν πριν λίγες ώρες.

Ο Schipper, εκτός από το μονόπλανο, χρησιμοποιεί και άλλη μία τεχνική. Το φως που παρεμβάλλει στο τελικό μοντάζ είναι ελάχιστα τεχνητό και κυριαρχικά φυσικό. Η δική του παρέμβαση είναι στα φίλτρα της εικόνας που τα κάνει πιο αιθαλικά, ομιχλώδη και αφήνει την εντύπωση ότι αυτή θολούρα ανακινείται στον αέρα από την ατελέσφορη κίνηση του σώματος της Victoria καθώς χορεύει στην πρώτη σκηνή. Μοιάζει σαν μια διονυσιακή κατάσταση, η αρπαγή της συνείδησης που κυοφορεί την παραβατικότητα της φύσης του ανθρώπου. Η εικόνα είναι σαν να έχει κάνει η κάμερα εμβύθιση σε έναν βυθό που δεν περιβάλλεται από νερό, αλλά από σκονισμένο αέρα.

Αυτό που ίσως συνειδητοποιήσετε στο τέλος είναι ότι η ίντριγκα γύρω από την ταινία έπαιξε μεγάλο ρόλο ώστε να την προσλάβετε διαφορετικά από αυτό που πιθανώς της αρμόζει. Είναι το στοιχείο της αδιάλειπτης λήψης που την γεμίζει με μια άλλη διάσταση.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook και ενημερωθείτε για ό,τι νέο.