Emigrέδες: Τοκάκης και Αλειφερόπουλος σε ένα ρεσιτάλ εναλλαγών

Δευτέρα, 8 Φεβρουάριος, 2016 13:58 μμ
Η νέα παράσταση του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας είναι ένα τανγκό αντιθέσεων και εναλλαγών. Οι Emigrέδες από τη Γιολάντα Μαρκοπούλου.
Από τον Στέργιο Πουλερέ
Emigrέδες: Τοκάκης και Αλειφερόπουλος σε ένα ρεσιτάλ εναλλαγών

Τα ετερώνυμα έλκονται. Οι αντιθέσεις ενώνουν. Οι από αλλού εκπορευόμενες κραυγές συντονίζονται στα ντεσιμπέλ και στην κατεύθυνση. Άλλωστε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες φωνές θα συναντηθούν στο ίδιο σημείο. Στο κέντρο της απόστασης που τους χωρίζει. Ηθελημένα ή όχι. Επιφανειακά εξ ανάγκης, αλλά με μια υφέρπουσα επιθυμία να καμφθούν τα διαφορετικά «μπαχαρικά» που τους καρύκευσαν πριν γνωριστούν. Δύο Emigrέδες.

Όλα αυτά και ακόμα περισσότερα είναι οι Emigrέδες, το γνωστό έργο του Slawomir Mrozek, ο οποίος θέλησε να δώσει την δική του άποψη της ελευθερίας σε ένα πολωνικό καθεστώς που ανέδυε με βρυχηθμούς που έφερναν τη σιγή σε οποιαδήποτε μορφή της ελευθερίας. Ένα από τα αγαπημένα θεατρικά έργα, το οποίο παίρνει σάρκα και οστά στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, υπό το πρίσμα της Γιολάντας Μαρκοπούλου, η οποία μετά τον Θάλαμο αρ. 6 που μας παρουσίασε και πάλι στην Κεφαλληνίας, το φθινόπωρο που πέρασε, φέρνει στο «επίνειο» της τη σύζευξη δύο πολύ σημαντικών θεατρικών ονομάτων, του Θάνου Τοκάκη και του Προμηθέα Αλειφερόπουλου.

Δύο μετανάστες, ένας πολιτικός κι ένας οικονομικός, αφήνουν την Πολωνία και οι ζωές τους διασταυρώνονται σε μια no man's land, σε μια χώρα που δεν αναφέρει κανείς το όνομα της κι αυτό έχει προφανώς την δική του σημειολογία. Δεν είναι μια χώρα που φαντάζονται στο μελλοντικό τους γενέσθαι. Δεν προσβλέπουν σε μακροχρόνια παρουσία. Ο ένας ζει με την ελπίδα να πέσει το ανερχόμενο καθεστώς, αλλά σαφώς το οριοθετεί αρκετά αργότερα, ο άλλος θέλει απλώς να συγκεντρώσει λεφτά από την πλουτοπαραγωγική δυναμική της νέας γης, για να επιστρέψει στην Πολωνία, όπου το ίδιο χρήμα έχει μεγαλύτερη αγοραστική ισχύ.

Οι δυο τους έχουν βρεθεί να συγκατοικούν σε ένα υπόγειο, έχουν χωρίσει το διαμέρισμα στη μέση και εκεί που είναι ο ένας απαγορεύεται να πατήσει ο άλλος. Είναι τα σύνορα του καθενός. Σύνορα που δεν είναι μόνο χωροταξικά, αλλά και πνευματικά. Στην σωκρατική σκέψη του ενός δεν μπορεί να εισέλθει ο άλλος. Στην πρακτική, υλιστική και εν μέρει οραματική σκέψη του άλλου δεν μπορεί να εισβάλει ο ένας.

Η συγκατοίκηση τους απλώνεται σαν μπουγάδα μέσα σε ένα βράδυ. Το βράδυ της παραμονής Πρωτοχρονιάς. Τη νύχτα που από πάνω τους σκάνε φελλοί από σαμπάνιες, που σβήνουν τα ηλεκτρικά φώτα, για να λάμψει ο ουρανός από βεγγαλικά, που ακούγονται μουσικές από τα πάνω πατώματα, το βράδυ που οι άλλοι σχεδιάζουν και εκείνοι απλώς αφήνουν να περάσει από πάνω τους. Σαν να είναι ράγες που δεν μπορούν να αποφύγουν την αμαξοστοιχία, αλλά τουλάχιστον ξέρουν ότι είναι μια στιγμή αυτή που τους λιώνει σαν πλάστης.

Στην κορύφωση μιας τέτοιας περίστασης, κι ύστερα από ακόμα μια μέρα που έχει περάσει μέσα σε συγκρουόμενες καταγωγές, θα γίνει και η τελειωτική σύγκρουση των δύο κόσμων. Δύο κόσμων που έχουν ένα σημείο σύνδεσης. Ο ένας είναι ο παρατηρητής και ο άλλος το αντικείμενο παρατήρησης. Αυτός ο διαχωρισμός όμως αν και μοιάζει σαφής, περιπλέκεται προς το τέλος.

Η Γιολάντα Μαρκοπούλου δίνει μια ιδιαίτερη οπτική στους Emigrέδες, πρωτίστως με την επιλογή να μην αναφερθεί πουθενά το Παρίσι, η πόλη που έχουν μεταναστεύει οι μετανάστες. Τους αφήνει να μιλούν για μια χώρα που τους έχει δώσει μια δουλειά, για τη χώρα που τους στοίβαξε στο υπόγειο, σε ένα διαμέρισμα γεμάτο σωλήνες που στάζουν, με πρόβλημα στην ηλεκτροδότηση, αλλά τους ρίχνει να ζήσουν σε μια χώρα που την ξεχνούν. Η Γιολάντα Μαρκοπούλου κάνει και μια ανάπλαση του χώρου, ο οποίος είναι ένα σαλόνι, αλλά το φορτώνει με τόσα πολλά, υλικά και άυλα, που νομίζεις ότι οι δύο πρωταγωνιστές έχουν όλα όσα θα μπορούσε να θέλει ένας άνθρωπος μεγαλωμένος στην ολιγάρκεια του χωριού και στην μικρόνοια μιας καθεστωτικής πρωτεύουσας όπως η Βαρσοβία. Το αναπηρικό καροτσάκι του ενός έχει θήκες για τα πιο συνήθη αντικείμενα της καθημερινότητας, ώστε να μην χρειάζεται να ζητήσει βοήθεια από κανένα. Έτσι ώστε αυτός που είναι καθηλωμένος να είναι πιο ανεξάρτητος από τον όρθιο. Να δίνει περισσότερα από αυτά που παίρνει.

Ο συνδυασμός του Προμηθέα Αλειφερόπουλου με το Θάνο Τοκάκη στους Emigrέδες είναι μια εναλλαγή αντιθέσεων, ένα ρεσιτάλ εναλλαγών. Ειδικά από το σημείο που αρχίζουν να πίνουν για να γιορτάσουν τύποις την Πρωτοχρονιά, γεννάτει η ψευδαίσθηση ότι ανεβαίνουν μια σκάλα και πότε ο ένας πότε ο άλλος παίρνουν προβάδισμα. Μία στέκεται ο Προμηθέας από πάνω, μία ο Θάνος. Ο πρώτος είναι ένας διανοούμενος που αρέσκεται να δίνει μια ακαδημαϊκή διάσταση ακόμα και στα πιο μικρά, όπως η κατανάλωση μιας κονσέρβας για σκύλους και ο δεύτερος ένας χωριάτης που βρέθηκε σε μια τεράστια πόλη, γεμίζει τα μυαλά του με μια μικροαστική αντίληψη, ονειρεύεται την επιδειξιομανία του μέλλοντος, βαυκαλίζεται για τα πλούτη που θα κάνει και θα γυρίσει στο χωριό σαν τους Έλληνες που πήγαιναν στην Αμερική και γύριζαν στα χωριά τους με κιτς ντύσιμο και ακριβό αμάξι.

Οι δυο τους γίνονται ένα δίδυμο που ο ένας γνωρίζει τι επιθυμεί από τον άλλον και βγάζει τις διαφορές στην επιφάνεια για να κρατάει την απόσταση που απαιτεί η παρατήρηση, ο άλλος δεν βλέπει καμία διαφορά μεταξύ των δύο, γιατί όπως λέει «απέναντι στο νόμο είμαστε τα ίδια σκατά».

Ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος και ο Θάνος Τοκάκης δίνουν δύο πολύ δυνατές ερμηνείες. Δυνατές γιατί απαιτείται μια ένταση φωνής, η οποία θα ηρεμεί μπροστά στην ένταση της πραότητας. Ιδιαίτερα ο δεύτερος, που παίζει έναν ρόλο που χρειάζεται να κολυμπάει στα νερά της αφέλειας, αλλά με κύματα αληθινής αντίληψης των πραγμάτων.

Κι αυτό που δείχνει να καταλαβαίνει καλύτερα από τον διανοούμενο είναι ότι η ελευθερία είναι ένας αφαιρετέος που στοιβάζει όλους χωρίς διακρίσεις.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook και ενημερωθείτε για ό,τι νέο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ...